Brigitte Bardot (28-9-1934)

Η Μπριζίτ Μπαρντό, (γαλλικά: Brigitte Anne-Marie Bardot), είναι Γαλλίδα ηθοποιός του κινηματογράφου και τραγουδίστρια. Επίσης είναι ένθερμη ακτιβίστρια υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων, ιδρυτής και πρόεδρος του Ιδρύματος Μπριζίτ Μπαρντό.

Μύθος και σύμβολο του σεξ των δεκαετιών 1950 και 1960, ήταν αστέρι παγκόσμιας αναγνωρισιμότητας, ηγερία και μούσα των μεγαλύτερων καλλιτεχνών της εποχής. Έμβλημα της γυναικείας χειραφέτησης και της σεξουαλικής απελευθέρωσης, έφερε επανάσταση στα ήθη, περνώντας από γυναίκα-παιδί σε femme fatale, ελεύθερη και προκλητική, ενζενί και ελευθεριάζουσα, σε μια εποχή μεταπολεμική και συντηρητική. Με 48 ταινίες στο ενεργητικό της και περισσότερα από 80 τραγούδια σε 21 έτη καριέρας, η Μπριζίτ Μπαρντό, πασίγνωστη επίσης με τα αρχικά της, BB («Μπεμπέ»), είναι μια από τις γνωστότερες Γαλλίδες καλλιτέχνιδες παγκοσμίως.
 

Παιδική ηλικία & εφηβεία
Η Μπριζίτ Μπαρντό γεννήθηκε στο Παρίσι, στις 28 Σεπτεμβρίου 1934, στο νούμερο 5 της Πλατείας Βιολέ, στο 15ο διαμέρισμα της πόλης. Καταγόμενη από ένα αστικό περιβάλλον, με πατέρα βιομήχανο, ιδιοκτήτη των εργοστασίων Μπαρντό, και μητέρα που ασχολούνταν με οικιακά, η νεαρή Μπριζίτ έλαβε αυστηρή μόρφωση στο πλευρό της αδερφής της, Μαρί-Ζαν. Από πολύ μικρή, έδειξε μεγάλο ενθουσιασμό για τον κλασικό χορό και έκανε τα πρώτα της βήματα σε ηλικία 7 ετών, στα cours Bourgat. Το 1949, μπαίνει στο Ωδείο του Παρισιού από όπου παίρνει την πρώτη της τιμητική διάκριση. Ο πατέρας της, ο οποίος είχε επαινεθεί από την Γαλλική Ακαδημία για μια ποιητική συλλογή, είχε πάθος με τον κινηματογράφο και του άρεσε πολύ να κινηματογραφεί. Χάρις σε αυτό, υπάρχουν πολλά φιλμ με την Μπαρντό σε παιδική ηλικία, πράγμα σπάνιο για την εποχή εκείνη. Η μητέρα της, που την αποκαλούσαν Τοτί, αγαπούσε ιδιαίτερα τη μόδα και το χορό. Έτσι, η οικογένεια Μπαρντό ήταν μέλος της υψηλής κοινωνίας και επισκεπτόταν συχνά το λεγόμενο tout-Paris. Είχαν επαφές με πολλούς διευθυντές του Τύπου, του θεάτρου, του κινηματογράφου, αλλά και ανθρώπους της μόδας.

Το 1949, σε ηλικία 15 ετών, προσελήφθη από τη διευθύντρια των περιοδικών ELLE και Le Jardin des Modes, Ελέν Λαζαρέφ, στενή φίλη της μητέρας της.  Πολύ σύντομα, η Μπριζίτ προήχθη σε μασκότ του περιοδικού ELLE, στο οποίο και έκανε εξώφυλλο το 1950. Χάρις σε αυτό το εξώφυλλο, ο σκηνοθέτης Μαρκ Αλεγκρέ την ξεχώρισε και της πρότεινε ένα ρόλο στην επόμενη ταινία του, «Les lauriers sont coupés». Η ταινία τελικά δε γυρίστηκε, μα χάρις σε αυτή την περίσταση η Μπριζίτ γνώρισε έναν νέο βοηθό, τον Ροζέ Βαντίμ. Από τότε οι δύο ερωτευμένοι, εκείνη μόλις 15 ετών, εκείνος περίπου 22, έγιναν αχώριστοι. Οι γονείς της δεν ενέκριναν σε καμία περίπτωση τη σχέση και προσπάθησαν, μάταια, να τους χωρίσουν.
 

Πρώτα βήματα στον κινηματογράφο


Το 1952, ο σκηνοθέτης Ζαν Μπογιέ της προσέφερε ένα μικρό ρόλο, τον πρώτο της, στην ταινία «Le trou normand» με τον Μπουρβίλ. Δέχτηκε χωρίς να γνωρίζει πως με τον τρόπο αυτό θα έμπαινε στον κόσμο τον οποίο θα αντιπαθούσε αργότερα και από τον οποίο θα δυσκολευόταν να ξεφύγει. Λίγο αργότερα, ο Γουιλί Ροζιέ της προσφέρει το δεύτερο ρόλο της στην ταινία «Manina la fille sans voiles». Έχοντας φτάσει πλέον σε ηλικία 18 ετών, πατέρας της δίνει τη συγκατάθεσή του για να παντρευτεί με τον Ροζέ Βαντίμ. Ο γάμος τελέστηκε στη εκκλησία του Πασί, στις 21 Δεκεμβρίου 1952.

Το 1953, η Μπαρντό γνώρισε την πρώτη και μοναδική της εμπειρία στο σανίδι παίζοντας στο θεατρικό «L'Invitation au château» του Ζαν Ανούιγ, σε σκηνοθεσία του Αντρέ Μπαρσάκ. Τον ίδιο χρόνο, γνωρίστηκε με το πρόσωπο που θα αποτελούσε την ιμπρεσάριο της για όλη τη διάρκεια της καριέρας της: την Όλγα Χόρστιγκ. Από κει κι έπειτα η Μπαρντό έψαχνε τους ρόλους της σε μικρές ταινίες, όπως το 1953, οπότε και έπαιξε σε ηλικία 19 ετών, στην ταινία «Κίτρινο Διαβατήριο». Αλλά ήταν στο Φεστιβάλ των Καννών όπου έλαβε χώρα μια πρώτη στροφή στην καριέρα της. Η μικρή στάρλετ που ήταν ήδη, επισκίασε μεγάλες σταρ της εποχής. Έλκει τα φλας των φωτογράφων και το σεξαπίλ της συνεπαίρνει την Κρουαζέτ. [4] Ο ηθοποιός Κερκ Ντάγκλας τότε κάνει μια απόπειρα να την μεταφέρει στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο εξής ενεπλάκη σε δωδεκάδες άλλες ταινίες, όπως το «Κορίτσια με Μέλλον» του Μαρκ Αλεγκρέ, το «Mio figlio Nerone» του Στένο, «Τα μεγάλα γυμνάσια» του Ρενέ Κλαιρ, «Μαμζέλ Πιγκάλ» του Μισέλ Μπουασρόντ και «Ξεφυλλίζοντας τη Μαργαρίτα» και πάλι του Αλεγκρέ.


Καθιέρωση



Αλλά ήταν το 1956, σε ηλικία 22 ετών, που μπήκε στο πάνθεον του παγκόσμιου κινηματογράφου και έγινε διεθνές σύμβολο του σεξ, χάρις στο φιλμ του Ροζέ Βαντίμ «Και ο Θεός... έπλασε τη γυναίκα». Υποδύθηκε τη Ζυλιέτ Αρντί, απέναντι στους Κουρτ Γιούργκενς, Κριστιάν Μαρκάν και Ζαν Λουί Τρεντινιάν. Ο Βαντίμ οριοθέτησε με τα παρακάτω λόγια το χαρακτήρα της Μπαρντό:

    «Ήθελα διαμέσου της Μπριζίτ, να αναπαραστήσω το κλίμα της εποχής, η Ζυλιέτ είναι ένα κορίτσι των καιρών της, που αποτινάσσει κάθε συναίσθημα ενοχής, κάθε ταμπού που της επιβάλλει η κοινωνία και της οποίας η σεξουαλικότητα είναι παντελώς απελευθερωμένη. Στην προπολεμική λογοτεχνία και τα φιλμ, θα την είχαν χαρακτηρίσει πόρνη. Στην εν λόγω ταινία, είναι μια πολύ νέα γυναίκα, γενναιόδωρη, καμιά φορά ανισόρροπη, και τελικά ασυγκράτητη, που δεν έχει καμιά άλλη δικαιολογία παρά τη γενναιοδωρία της».

Όταν κυκλοφόρησε στη Γαλλία, το φιλμ είχε μέτρια επιτυχία, αλλά το 1957, κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ, όπου έκανε μεγάλη εντύπωση και ξεκίνησε μια αλυσίδα παθών και επιθέσεων (κυρίως από τη λογοκρισία). Απαγορεύτηκε η προβολή της σε μερικές Πολιτείες, αλλά γνώρισε τεράστια επιτυχία. Και ήταν αυτή η ώθηση από την Αμερική που εξαπλώθηκε και στη Γαλλία, μετατρέποντας την ταινία σε θρίαμβο. Αυτή η ταινία ήταν το αποχαιρετιστήριο δώρο προς τη Μπριζίτ από τον Βαντίμ. Χώρισαν λίγους μήνες μετά, με την Μπαρντό να εμφανίζεται στο πλάι του Ζαν Λουί Τρεντινιάν.



Έκτοτε δημιουργείται ο μύθος B.B.: ανοιχτόχρωμα ξανθά μαλλιά, πολύ μακριά, γεμάτα μπούκλες και σκάλες, ή ακόμη η διάσημη κόμμωση «choucroute» (ξινολάχανο). Μάτια τονισμένα με μαύρο eye-liner, κόκκινα χείλη ή ροζ οριοθετημένα με ένα ίχνος ασορτί κραγιόν. Ρούχα σέξυ και εφαρμοστά, ταγέρ, φούστες, φαρδιές ζώνες, μπαλαρίνες, τζιν, Τ-shirt, ή ακόμη το διάσημο μπικίνι που έκανε μόδα. Επιπροσθέτως, διάσημες προσωπικότητες όπως ο Φρανσουά Νουρισιέ, η Μαργκερίτ Ντυράς, ο Ζαν Κοκτώ και η Σιμόν ντε Μπωβουάρ δείχνουν ενδιαφέρον για εκείνη και της αφιερώνουν άρθρα. Η «μπαρντολατρία» είναι πλέον γεγονός.

Μπροστά σε αυτή την παγκόσμια επιτυχία, το Χόλιγουντ της κάνει εντυπωσιακές προτάσεις, αλλά εκείνη τις αρνήθηκε όλες, επιθυμώντας να μείνει γαλλική αξία. Με τον καιρό αγόρασε τη Μαντράγκ, μια έκταση στο Σαν-Τροπέ το 1958, συνεισφέροντας στο να γίνει αυτός ο τόπος, ήδη γνωστός από τις δεκαετίες του 1920 και 1930 για τους καλλιτέχνες και συγγραφείς που έλκυε, θρυλικός τόσο εξαιτίας της παρουσίας της εκεί, όσο και των τρελών πάρτυ που οργάνωνε. Της αποδίδουν μια ζωή ελευθεριάζουσα και γεμάτη εραστές, καθώς αυτή την εποχή είχε δεσμό με το μουσικό Σασά Ντιστέλ.

Έκτοτε, η παραμικρή της κίνηση παρακολουθείται, παραμορφώνεται και διαδίδεται, καθώς οι παπαράτσι δεν την αφήνουν ποτέ. Ακολουθεί ένα ντοκιμαντέρ το 1963, με τίτλο «Παπαράτσι», με θέμα τους φωτογράφους που δεν την άφηναν σε ησυχία. Λατρεύτηκε και μισήθηκε όσο λίγες γυναίκες του καιρού της. Εκατομμύρια έντυπα στον κόσμο τυπώνονται με τη φωτογραφία της στο εξώφυλλο, ενώ αναρίθμητα άρθρα είτε την αποθεώνουν είτε την κατακρίνουν, ορισμένες φορές σχεδόν βίαια.

Η Μπαρντό γυρίζει μια σειρά ταινιών με τους διασημότερους ηθοποιούς της εποχής, όπως για παράδειγμα την ταινία «Μια Παριζιάνα», μια κωμωδία του Μισέλ Μπουαρόν με τον Aνρί Βιντάλ. Το ζευγάρι, που είχε μεγάλη απήχηση στο κοινό, ξανασυναντήθηκε επί της μεγάλης οθόνης δύο χρόνια αργότερα, υπό την καθοδήγηση του ίδιου σκηνοθέτη, στην ταινία «Voulez-vous danser avec moi?», η οποία όμως συνδέθηκε τραγικά με το θάνατο του Βιντάλ, λίγο μετά το τέλος των γυρισμάτων.

Το 1958 βγαίνει στις κινηματογραφικές αίθουσες το «Υβέτ, το κορίτσι της ακολασίας» του Κλωντ Ωτάντ Λαρά, με τους Ζαν Γκαμπέν και Εντβίζ Φελιέ. Αυτή η ταινία, που πραγματεύεται την ιστορία ενός παριζιάνου δικηγόρου που παρατά την καριέρα και το σπιτικό του από αγάπη για την Υβέτ, μια νέα γυναίκα που συμμετείχε σε μια αποτυχημένη ένοπλη ληστεία, αποτελεί μια από τις μεγάλες κλασικές του γαλλικού κινηματογράφου. Ο Γκαμπέν, ο οποίος αναρωτιόταν αρχικά σχετικά με την Μπαρντό, "ποιο είναι αυτό το πράγμα που τριγυρίζει γυμνή", ομολόγησε στο τέλος πως επρόκειτο για μια πραγματική κωμική ηθοποιό.

Κατόπιν, το 1959, γυρίζεται το «Η Μπαμπέτ πάει στον πόλεμο» του Κριστιάν Ζακ, με τον Φρανσίς Μπλανς και έναν ηθοποιό που η ίδια απαίτησε, τον Ζακ Σαριέ. Με τον τελευταίο παντρεύτηκαν στις 11 Ιουνίου του ίδιου έτους «υπό τα πυρά» του παγκόσμιου Τύπου. Στις 11 Ιανουαρίου 1960, έφερε στον κόσμο, στην οικία της (στάθηκε αδύνατο να βγει από το σπίτι, επειδή κάθε διέξοδος ήταν μπλοκαρισμένη από δημοσιογράφους), ένα αγοράκι, τον Νικολά Σαριέ, του οποίου η γέννηση αποτέλεσε παγκόσμιο θέμα συζήτησης.
 

Σύμβολο του Σεξ

Το 1960, βγαίνει στις αίθουσες η ταινία «Η Αλήθεια», με τους Σαρλ Βενέλ, Σάμι Φρέι και Μαρί 
Ζοζέ Νατ, που πραγματεύεται ένα έγκλημα πάθους. Η καλύτερη ταινία της, όπως θα υποστήριζε η ίδια. Ωστόσο, ο σκηνοθέτης Ανρί Ζωρζ Κλουζώ, την υπέβαλε σε επίπονα γυρίσματα. Επιπλέον, η δυσκολία της να ασχοληθεί με το παιδί της, τα προβλήματα που δημιούργησαν οι πιέσεις από όλες τις πλευρές, η προδοσία του γραμματέως της ο οποίος και μετέφερε διάφορα μυστικά της στον Τύπο, η ασφυκτική πολιορκία των δημοσιογράφων και οι άγριες διαθέσεις των θαυμαστών της την έσπρωξαν στα όριά της. Η Μπριζίτ Μπαρντό πραγματοποίησε μια απόπειρα αυτοκτονίας την ημέρα των γενεθλίων της, στις 28 Σεπτεμβρίου 1960. Έχοντας πέσει σε κώμα, επέζησε από θαύμα. [1]

Το 1962, ξεκινά την πρώτη της μάχη υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων, θέτοντας τον εαυτό της στη μάχη κατά του επώδυνου πιστολιού που χρησιμοποιούταν για τη θανάτωση των ζώων στα σφαγεία. Βλέποντας τις συνθήκες θανάτου των ζώων, αποφάσισε να γίνει χορτοφάγος και να αγωνιστεί προς την κατεύθυνση αυτή. 


Το 1963, στα 27 της χρόνια, γυρίζει το κινηματογραφικό αριστούργημα, «Η Περιφρόνηση», του Ζαν Λυκ Γκοντάρ, με τον Μισέλ Πικολί και τον Τζακ Πάλανς στο Κάπρι. Την εποχή της η ταινία έγινε δεκτή με μεικτές κριτικές. Η ίδια ομολόγησε αργότερα πως ποτέ δεν κατάλαβε αληθινά το πνεύμα του Γκοντάρ, μα πως διασκέδασε κάνοντας την ταινία. Ο Πικολί είπε για τη Μπαρντό, πως από την αρχή του εγχειρήματος ήταν χαρούμενη που ένας μεγάλος σκηνοθέτης της ζήτησε να δουλέψουν μαζί, και πως γνώριζε καλά τι απαιτήσεις θα είχε από εκείνη. Αλλά πως την ίδια στιγμή υπήρχε κάτι το ανατρεπτικό στους τρόπους της, τη ραθυμία της, την ανυπαρξία ανάγκης να προσπαθήσει.
Την επόμενη χρονιά, το 1964, η ηθοποιός πήγε για διακοπές σε ένα χωριό της Βραζιλίας, με τη συνοδεία του τότε συντρόφου της, του μουσικού Μπομπ Ζαγκουρύ. Έκτοτε το χωρίο γνωρίζει την ίδια δημοφιλία με το Σαν-Τροπέ, μόνο και μόνο γιατί η σταρ διέμεινε εκεί. Σαν ένδειξη ευγνωμοσύνης οι ντόπιοι της έστησαν άγαλμα.

Το 1965, πρωταγωνιστεί με τη Ζαν Μορώ στην ταινία «Viva María !» του Λουί Μαλ, σκηνοθέτη με τον οποίο επανασυνδέθηκε τρία χρόνια μετά την ταινία «Vie Privée». Πρόκειται για την ιστορία δύο τραγουδιστριών του καμπαρέ στο Μεξικό, που στρατολογήθηκαν για έναν επαναστατικό σκοπό. Το φιλμ γνώρισε τεράστια επιτυχία, ιδίως στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η Μπαρντό ταξιδεύει για λόγους προώθησης. Γίνεται δεκτή από τον Τύπο και το κοινό, όπως ακριβώς και οι μεγάλες σταρ του Χόλιγουντ. Έλαβε επίσης υποψηφιότητα για βραβείο της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου (BAFTA), στην κατηγορία καλύτερης ξένης ηθοποιού. Την περίοδο αυτή η Μπριζίτ Μπαρντό βρισκόταν στο απόγειο της ομορφιάς και της δόξας της.

Το 1966 ο βαθύπλουτος Γερμανός Γκίντερ Ζακς της στέλνει μια πραγματική βροχή από ροδοπέταλα για να της εξομολογηθεί τον έρωτά του και να τη ζητήσει σε γάμο. Πράγματι ενώθηκαν με τα δεσμά του γάμου στις 14 Ιουλίου 1966 στο Λας Βέγκας, γάμος που κράτησε δύο χρόνια. Τον επόμενο χρόνο έρχεται αντιμέτωπη με ένα υστερικό πλήθος στο Φεστιβάλ των Καννών του 1967, όπου μετέβη με το σύζυγό της. Αποτέλεσε την τελευταία της δημόσια εμφάνιση, με τη ιδιότητα της ηθοποιού.

Πάντα το 1967, έχει ένα ειδύλλιο με τον Σερζ Γκαϊνσμπούρ. Γίνεται μούσα του, κι εκείνος της γράφει μια δεκάδα τραγούδια, ανάμεσα στα οποία μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες της: «Harley Davidson», «Bonnie & Clyde», «Contact», «Comic Strip», «Bubble Gum», «La Bise aux hippies», «L'Appareil à sous», «Je me donne à qui me plait», καθώς επίσης και το «Je t'aime… moi non plus», αλλά η Μπαρντό, όντας ακόμη παντρεμένη, ζήτησε από το συνθέτη να μην το κυκλοφορήσει, κάτι που ο ίδιος δέχτηκε. Όταν χώρισαν, της αφιέρωσε ένα τραγούδι - ύμνο: Initials BB.

Την ίδια χρονιά η Μπαρντό συμμετείχε στο Sacha Show, και κατόπιν στο πρωτοχρονιάτικο Show Bardot, το οποίο της ήταν αφιερωμένο και γνώρισε παγκόσμια επιτυχία. Παράλληλα μια σειρά σημαντικών συνθετών της γράφουν τα τραγούδια «C'est Rigolo», «Invitango», «Les Amis de la musique», «Everybody loves my baby», «Madrague», «Moi je joue», «La Fille de paille», «Le Soleil», «Oh ! Qu'il est vilain», κ.ά.

Το 1968, ο Σαρλ ντε Γκωλ δηλώνει πως η Μπριζίτ Μπαρντό φέρνει στη χώρα τόσο συνάλλαγμα, όσο και η αυτοκινητοβιομηχανία Renault. Ο πρόεδρος την εκτιμούσε για την απλότητα, την ειλικρίνεια και το χιούμορ της, κι έτσι της πρότεινε να ποζάρει για την προτομή της Μαριάν, το σύμβολο της γαλλικής δημοκρατίας που υπάρχει σε όλα τα δημαρχεία της χώρας. Εκείνη δέχτηκε κι έτσι έγινε η πρώτη γυναίκα που ενσάρκωσε τα χαρακτηριστικά του γαλλικού συμβόλου. Την προτομή φιλοτέχνησε ο γλύπτης Αζλάν. Την διαδέχτηκαν οι Μιρέιγ Ματιέ, Κατρίν Ντενέβ, Ινές ντε Λα Φρεσάνζ, Λετίσια Κάστα και Εβελίν Τομά.


Επίλογος Καριέρας

Το 1970, ο Μισέλ Ντεβίλ την παρουσιάζει χαρωπή και δραστήρια στην ταινία «L'Ours et la Poupée» στο πλάι του Ζαν Πιερ Κασσέλ (πατέρα του ηθοποιού Βενσάν Κασέλ). Το 1971, η Μπαρντό εμφανίζεται στην ταινία «Η λεωφόρος των λαθρεμπόρων», του Ρομπέρ Ενρικό με τον Λίνο Βεντούρα, η υπόθεση της οποίας εξελίσσεται στην περίοδο της ποτοαπαγόρευσης. Την ίδια χρονιά γυρίζει στο πλάι της Κλαούντια Καρντινάλε την ταινία «Les pétroleuses», του σκηνοθέτη Κριστιάν Ζακ, ένα κωμικό γουέστερν. Αυτές οι τρεις ταινίες ήταν οι τελευταίες κινηματογραφικές επιτυχίες της ηθοποιού.



Το 1973, έχοντας ολοκληρώσει τα γυρίσματα για την τελευταία της ταινία, «L'Histoire très bonne et très joyeuse de Colinot trousse-chemise», της Νίνα Κομπανίζ, μετά από 21 χρόνια καριέρας, 50 ταινίες και 80 τραγούδια, μην αντέχοντας πλέον την υπερέκθεσή της στα μίντια και το ίδιο το σινεμά, η Μπριζίτ Μπαρντό αποσύρθηκε οριστικά από τα καλλιτεχνικά δρώμενα. Αποφάσισε να αφοσιωθεί πλέον σε ένα άλλο πάθος που είχε φωλιάσει μέσα της από καιρό: την υπεράσπιση των ζώων. Κάποια χρόνια πριν είχε δηλώσει:

    «Είμαι μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες, έχω μια μύτη και ένα στόμα, έχω αισθήματα και σκέψεις, αλλά η ζωή μου γίνεται ανυπόφορη. Η ψυχή μου δεν μου ανήκει πια. Για μένα, το βεντετιλίκι είναι μια βιτρίνα. Δεν μπορώ να ζήσω όπως επιθυμώ. Η ύπαρξή μου είναι απλά υπόγεια. Ναι, θέλω να αισθανθώ το φρέσκο αέρα σπίτι μου, δεν μπορώ να ανοίξω το παράθυρο, γιατί θα υπάρχει ένας φωτογράφος καθισμένος στη στέγη απέναντι. Υπάρχουν πολλά πράγματα στη ζωή μου για τα οποία δεν μπορώ να πω ότι μου ανήκουν».

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
◄ Free Blogger Templates by The Blog Templates | Design by Pocket